απέλαση


απέλαση
[апэласи] ουσ. Θ. изгнание.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απέλαση" в других словарях:

  • απέλαση — η διώξιμο αλλοδαπού έξω από τα σύνορα της χώρας: Αποφασίστηκε η απέλαση των ξένων που καταδικάστηκαν για μεταφορά ναρκωτικών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απέλαση — η (AM ἀπέλασις, εως) [απελαύνω] νεοελλ. η πράξη με την οποία η αρμόδια αρχή ενός κράτους εξαναγκάζει άτομο αλλοδαπό να αναχωρήσει αμέσως ή μέσα σε σύντομη προθεσμία ρητά απαγορεύοντας του συγχρόνως την επάνοδο σε μεταγενέστερο χρόνο αρχ. (για… …   Dictionary of Greek

  • ἀπελάσῃ — ἀπελά̱σῃ , ἀφαιρέω take away from aor part act fem dat sg (ionic) ἀπελάσηι , ἀπέλασις retirement fem dat sg (epic) ἀπελαύνω drive away aor subj mid 2nd sg ἀπελαύνω drive away aor subj act 3rd sg ἀπελαύνω drive away fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελάσηι — ἀπελά̱σῃ , ἀφαιρέω take away from aor part act fem dat sg (ionic) ἀπέλασις retirement fem dat sg (epic) ἀπελάσῃ , ἀπελαύνω drive away aor subj mid 2nd sg ἀπελάσῃ , ἀπελαύνω drive away aor subj act 3rd sg ἀπελάσῃ , ἀπελαύνω drive away fut ind mid… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λένον, Τζον — (John Winston Lennon, Λίβερπουλ 1940 – Νέα Υόρκη 1980). Συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής της ποπ μουσικής. Ο Λ. μεγάλωσε με τους θείους του σε μια εργατική γειτονιά του Λίβερπουλ. Το 1956 ξεκίνησε να παίζει μπάντζο, ενώ σύντομα άρχισε… …   Dictionary of Greek

  • Σεφάρδοι — και άκλ. Σεφαρντίμ, οι, Ν οι Εβραίοι και οι απόγονοι τους που έζησαν στην Ισπανία και στην Πορτογαλία από τον Μεσαίωνα ώς τον διωγμό και τη μαζική απέλασή τους από τις χώρες αυτές κατά τις τελευταίες δεκαετίες τού 15ου αιώνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ.… …   Dictionary of Greek

  • έλαση — η (AM ἔλασις) νεοελλ. 1. η έλξη οχήματος από ζώο 2. σφυρηλασία μετάλλων 3. μηχανική κατεργασία, σφυρηλάτηση μετάλλων για κατασκευή ελασμάτων, σύρματος κ.λπ. || αρχ. μσν. αρπαγή, απαγωγή ως λεία αρχ. 1. απέλαση, εκδίωξη, εξορία 2. πορεία στρατού,… …   Dictionary of Greek

  • έξωση — η (AM ἔξωσις) [εξωθώ] βίαιη αποβολή ή εκδίωξη μσν. νεοελλ. (για ηγεμόνες και αρχιερείς) εκθρόνιση νεοελλ. 1. αποβολή τού μισθωτή από ακίνητο με δικαστική απόφαση 2. απέλαση αλλοδαπών αρχ. (για μέλη τού σώματος) εξάρθρωση …   Dictionary of Greek

  • εκτόπιση — η (AM ἐκτόπισις) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εκτοπίζω, εκτοπισμός, απομάκρυνση από τη θέση, εξορία 2. εκπατρισμός, απέλαση …   Dictionary of Greek

  • ελασία — ἐλασία, η (AM) η πράξη τού ελαύνω*, ιππασία, ιππηλασία μσν. 1. έξωση, αποβολή, απέλαση 2. σειρά κωπηλατών 3. (για πουλιά) πτήση 4. ταχεία κίνηση, δρόμος αρχ. 1. πορεία, διάβαση 2. (κατά τον Ησύχ.) «δίωξις» …   Dictionary of Greek